Thymele Logo
Search

βαριετέ [θέαμα ποικιλιών] [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 4
Videos Icon 12
Videos Icon 5
[1]

Ορισμός

Ψυχαγωγικό θέαμα σπονδυλωτής δομής, διαμορφωμένο στον δυτικό κόσμο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το οποίο συνδέει διαδοχικά, αυτοτελή νούμερα από διαφορετικές παραστατικές τέχνες (τραγούδι, χορό, ακροβατικά, ταχυδακτυλουργικά, κωμικά σκετς), χωρίς ενιαία δραματική πλοκή ή θεματικό άξονα.

Ανάπτυξη

Το βαριετέ (γαλλ. variété, από το λατινικό varietas, «ποικιλία») είναι παράσταση σπονδυλωτής δομής, η οποία συντίθεται από αυτοτελή νούμερα που διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς δραματική ή θεματική σύνδεση. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τραγούδι, χορό, κωμικά σκετς, ακροβατικά, ζονγκλερικά και ταχυδακτυλουργικά νούμερα, μιμήσεις, παντομίμα και νούμερα με ζώα. Τη ροή της βραδιάς εξασφαλίζει συνήθως ο/η κονφερανσιέ και τη μουσική συνοδεία μικρή ορχήστρα. Το χαμηλό κόστος, η ευελιξία του προγράμματος και η κατανάλωση ποτού ή φαγητού κατά την παράσταση εξασφάλισαν στο είδος ευρύ και ετερογενές κοινό. Το βαριετέ διακρίνεται από την επιθεώρηση, που οργανώνεται γύρω από τη σάτιρα της επικαιρότητας, και από το καμπαρέ, που καλλιεργεί σε μικρή κλίμακα τον λογοτεχνικό και πολιτικό λόγο.


Το είδος διαμορφώθηκε παράλληλα σε πολλές χώρες, με διαφορετικές ονομασίες. Στη Βρετανία το θέαμα, γνωστό ως variety, διαδέχθηκε το μιούζικ χωλ στα τέλη του 19ου αιώνα: τα τραπέζια αντικαταστάθηκαν από σταθερά καθίσματα, ο «πρόεδρος» [chairman] της βραδιάς εξέλιπε και καθιερώθηκαν οι δύο βραδινές παραστάσεις [twice nightly]. Στη Γαλλία το θέαμα ονομάστηκε music-hall, με εμβληματική σκηνή τα Folies Bergère (1869). Στη Γερμανία το Varieté άκμασε σε μεγάλες αίθουσες, όπως το Wintergarten του Βερολίνου, όπου οι αδελφοί Skladanowsky [Σκλαντανόφσκυ] πραγματοποίησαν το 1895 μία από τις πρώτες δημόσιες κινηματογραφικές προβολές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το θέαμα ονομαζόταν αρχικά variety· όταν, από τη δεκαετία του 1880, προσαρμόστηκε σε οικογενειακό κοινό, επικράτησε ο όρος vaudeville [βωντβίλ], δάνειο από τη γαλλική ορολογία χωρίς μορφολογική συγγένεια με το γαλλικό βωντβίλ. Παραπλανητική είναι και η ονομασία του παρισινού Théâtre des Variétés, που υπήρξε σκηνή κωμωδίας και οπερέττας.


Η ταχύτητα και η σωματικότητα του βαριετέ γοήτευσαν την ιστορική πρωτοπορία. Ο Filippo Tommaso Marinetti [Φιλίππο Τομμάζο Μαρινέττι] στο μανιφέστο "Il teatro di varietà" ["Το θέατρο του βαριετέ"] (1913) το πρόβαλε ως πρότυπο του φουτουριστικού θεάτρου, ενώ ο Βσέβολοντ Μέγιερχολντ [Vsevolod Meyerhold] στο δοκίμιο «Το πλανόδιο θέατρο» ["Balagan"] (1912) εξήρε τη λαϊκή του ζωντάνια. Ο Σεργκέι Αϊζενστάιν [Sergei Eisenstein] αναζήτησε στο μιούζικ χωλ και στο τσίρκο το πρότυπο του «μοντάζ των ατραξιόν» (1923). Το είδος αποτυπώθηκε επίσης στη λογοτεχνία, όπως στο διήγημα "Ein Bericht für eine Akademie" ["Αναφορά σε μια Ακαδημία"] (1917) του Franz Kafka [Φραντς Κάφκα], και στον κινηματογράφο, με την ταινία Luci del varietà [Τα φώτα του βαριετέ] (1950) των Federico Fellini [Φεντερίκο Φελλίνι] και Alberto Lattuada [Αλμπέρτο Λαττουάντα].


Στην Ελλάδα το βαριετέ εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1870 στα θερινά θέατρα της Αθήνας, ως ευχάριστη εναλλακτική πρόταση απέναντι στο καθαρευουσιάνικο θέατρο και στην ιταλική όπερα. Ο «Κήπος Αρνιώτη» παρουσίαζε μεικτά προγράμματα και το 1906 φιλοξένησε μία από τις πρώτες ελληνικές επιθεωρήσεις, ένδειξη της στενής σχέσης των δύο ειδών. Στον Μεσοπόλεμο δέσποσε η «Μάντρα» του Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου), η οποία λειτούργησε από το 1930 ως φυτώριο τραγουδιστών, τραγουδιστριών, κωμικών και κονφερανσιέ και αποτυπώθηκε στην ταινία Χειροκροτήματα (1944) του Γιώργου Τζαβέλλα. Παράλληλα, πολλές αίθουσες συνδύαζαν την προβολή ταινιών με ζωντανά νούμερα (σινέ-βαριετέ). Μεταπολεμικά το είδος μεταφέρθηκε στα θερινά αναψυκτήρια, όπως το «Άλσος» του Γιώργου Οικονομίδη, και άκμασε έως τη δεκαετία του 1970.


Από τη δεκαετία του 1920 το βαριετέ υποχώρησε υπό την πίεση του κινηματογράφου, του ραδιοφώνου και αργότερα της τηλεόρασης. Πολλοί καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες του είδους μετακινήθηκαν στα νέα μέσα, όπου επιβίωσε και η μορφή του: στις ραδιοφωνικές εκπομπές ποικίλης ύλης, στο The Ed Sullivan Show [Το σόου του Εντ Σάλλιβαν] (1948-1971) και στη Royal Variety Performance [Βασιλική παράσταση ποικιλιών], που διοργανώνεται από το 1912 και μεταδίδεται σήμερα τηλεοπτικά και διαδικτυακά. Τη σπονδυλωτή δομή του κληρονόμησαν και τα σόου ταλέντων. Από τη δεκαετία του 1980 το είδος αναβίωσε, ιδίως στη Γερμανία με σκηνές όπως το Tigerpalast της Φρανκφούρτης (1988), σε διάλογο με το νέο τσίρκο και το νέο-μπουρλέσκ. Στην Ελλάδα, Η ταράτσα του Φοίβου του Φοίβου Δεληβοριά ανασυνθέτει από το 2017 το κλίμα του αναψυκτηρίου-βαριετέ.

Αγγλικά
variety show; variety
Γαλλικά
spectacle des variétés, le
Γερμανικά
Varieté, das
Ιταλικά
varietà, il; spettacolo di varietà, lo

Συνώνυμα

θέαμα ποικιλιών

Σχετικοί όροι

καφέ-σαντάν, καφέ-κονσέρ, επιθεώρηση πίστας, νουμερίστας, νουμερίστα φανταιζίστας / φανταιζίστα, κέντρο διασκέδασης, λαϊκές παραστατικές τέχνες

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

Τὸ βαριετὲ εἶναι «θεατρικὸ» εἶδος, χωρὶς ἑνότητα, στὴν παράστασή του, νούμερα, κωμῳδίες αὐτοσχέδιες, μπαλέτα. Ἔθρεψε, στὴν ἀγκαλιά του, καὶ τὴν Παντομῖμα καὶ μπόρεσε νὰ προσελκύσει τὸ πολὺ κοινὸ στὰ θερινά του θεατράκια ἀπὸ τὸ 1870, ποὺ δὲν πήγαινε στὸ μοναδικὸ χειμωνιάτικο τῆς Ἀθήνας, τρομαγμένο ἀπὸ τὶς ἰαμβικὲς καθαρευουσιάνικες τραγῳδίες καὶ ἀπὸ τὸ Ἰταλικὸ μελόδραμα -ξενόγλωσσα καὶ τὰ δύο.

Ο ιστορικός του θεάτρου Γιάννης Σιδέρης ορίζει το βαριετέ ως θέαμα «χωρίς ενότητα», δηλαδή ως διαδοχή αυτοτελών νούμερων, αυτοσχέδιων κωμωδιών και μπαλέτων, που φιλοξένησε και την παντομίμα. Τοποθετεί την εμφάνισή του στα θερινά θεατράκια της Αθήνας από το 1870. Εξηγεί την επιτυχία του ως στροφή του ευρέος κοινού μακριά από την έμμετρη τραγωδία σε καθαρεύουσα και το ξενόγλωσσο ιταλικό μελόδραμα.

Σιδέρης, Γ. (1952). Τὸ βαριετὲ στὴν Ἑλλάδα. Φιλολογικὴ Πρωτοχρονιά, 9, σ. 258.

Quote Icon

Το βαριετέ στάθηκε από την αρχή γενναιόδωρος προμηθευτής επιθεωρησιακού υλικού, σε σημείο που να μπορεί κανείς να πει, πως τα όρια ανάμεσα στα δύο είδη δεν ήταν ποτέ απόλυτα ξεκαθαρισμένα. Ένας από τους πρώτους ανθρώπους που έγραφαν και σκηνοθέτησαν επιθεώρηση στην Ελλάδα ήταν ο Λεωνίδας Αρνιώτης, γνωστός επιχειρηματίας του θεάτρου ποικιλιών και του ιπποδρόμιου. Στον «Κήπο Αρνιώτη» της οδού Ακαδημίας εμφανίζονταν μικτά ψυχαγωγικά προγράμματα, στα οποία παρέλαυνε μια μεγάλη ποικιλία από νούμερα. Στα 1906, π.χ., το πρόγραμμα συμπεριλάβαινε την ορχηστρίδα αρχαίων χορών Αρτεμισία Κολόνα, τη γαλλική δυωδία Ζιμπερνόν, ένα κωμικό μπαλέτο μικρών Αράβων, χορό μεταμφιεσμένων, τη μαϊμού Μάρκο και τον Γάιδαρο που εκτελούσαν κωμικά γυμνάσια, σκοτεινό θάλαμο, «εικόνας ζώσας μετά μπαλέτου», οθωμανική δυωδία, γερμανικά νευρόσπαστα, 20 γίγαντες παλαιστές, άσματα και χορούς, γυμνάσια σκυλιών και γατιών κτλ. Την ίδια χρονιά, ο Αρνιώτης παρουσίασε και μια απ' τις πρώτες επιθεωρήσεις, την «Αθηναϊκή ζωή του 1906», στις παραστάσεις της οποίας ο γάιδαρος και η μαϊμού του θεάτρου μοιράζονταν συναδελφικά τη σκηνή με την ωραία Ισαβέλλα, την κυρία Μπαρτό και την Ισπανίδα χορεύτρια κ. Σολάρ. […] Αν επεκτείνει κανείς τον κατάλογο των παραδειγμάτων, θα δημιουργήσει τη σφαλερή εντύπωση, πως η επίδραση του βαριετέ πάνω στην Επιθεώρηση εξαντλείται, όταν καταφέρουμε να επισημάνουμε όλα τα γυμνάσματα και τα παιχνίδια που κατάληξαν να εισχωρήσουν στη σκηνή της. Η σοβαρότερη, όμως, διείσδυση βρίσκεται στον τομέα της νοοτροπίας όχι των συγκεκριμένων γυμνασμάτων και τρυκ. Πρόκειται για τη νοοτροπία εκείνη που θεωρεί άξιο να σταθεί πάνω στη σκηνή κάθε τι το αξιοπερίεργο, το δυσκολοκατόρθωτο, το ευχάριστο στο μάτι και στο αυτί - με δυο λόγια, κάθε θέαμα και ακρόαμα που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή, αδιάφορο αν έχει καλλιτεχνική πρόθεση ή όχι. Το βαριετέ κληροδότησε στην Επιθεώρηση τη γόνιμη τόλμη να πειραματίζεται με μικτά μέσα. Από το βαριετέ […] επίσης διδάχτηκε η Επιθεώρηση ορισμένες σκηνοθετικές αρχές του μεγάλου θεάματος, τον ρυθμό μιας παράστασης που αποτελείται από ασύνδετα και αυτοτελή νούμερα.

Το απόσπασμα αναδεικνύει την οργανική σχέση του βαριετέ με την επιθεώρηση μέσα από το παράδειγμα του «Κήπου Αρνιώτη» στην οδό Ακαδημίας. Εκεί ο Λεωνίδας Αρνιώτης παρουσίαζε το 1906 μεικτά προγράμματα ποικιλιών και, την ίδια χρονιά, μία από τις πρώτες ελληνικές επιθεωρήσεις, την Αθηναϊκή ζωή του 1906. Ο Θεόδωρος Χατζηπανταζής και η Λίλα Μαράκα εντοπίζουν την ουσιαστική κληρονομιά του βαριετέ σε μια νοοτροπία που θεωρεί άξιο σκηνικής παρουσίασης καθετί αξιοπερίεργο ή ευχάριστο, και σε μια παράσταση που προχωρά με τον ρυθμό ασύνδετων, αυτοτελών νούμερων.

Χατζηπανταζής, Θ. & Μαράκα, Λ. (επιμ.). (2003). Η αθηναϊκή επιθεώρηση, τόμ. 1, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Ι.Δ. Κολλάρου και Σίας Α.Ε. σ.σ. 48-50.

Quote Icon

Εξορισμένες απ' τη σύγχρονη σκηνή, οι αρχές του πλανόδιου θεάτρου βρήκαν ένα προσωρινό καταφύγιο στο γαλλικό και γερμανικό καμπαρέ, στα αγγλικά μιούζικ χολς [sic] και στις ευρέως διαδεδομένες «βαριετέ». Αν διαβάσετε το μανιφέστο του Ερνστ φον Βολτσόγκεν για το λογοτεχνικό Καμπαρέ, θα διαπιστώσετε ότι πρόκειται ουσιαστικά για μια απολογία των αρχών του πλανόδιου θεάτρου. Το μανιφέστο τονίζει τη σπουδαιότητα του θεάτρου του βαριετέ, οι ρίζες του οποίου βρίσκονται βαθιά στο υπέδαφος της εποχής μας, και που είναι λάθος να το δούμε ως «παροδική διαστροφή του γούστου». «Προτιμούμε τα βαριετέ», συνεχίζει ο Βολτσόγκεν, «από τα μεγάλα θέατρα με έργα που γεμίζουν ένα ολόκληρο απόγευμα με κουραστικά, πομπώδη και θλιβερά γεγονότα. Τα προτιμούμε όχι γιατί ερήμωσε το πνεύμα μας […]. Αντίθετα, στοχεύουμε στην περιεκτικότητα και στο βάθος, στη σαφήνεια και στο ενεργητικό απόσταγμα. Οι μεγάλες ανακαλύψεις και οι πολλές αλλαγές στην πνευματική και τεχνολογική εποχή των καιρών μας, οδήγησαν στην επιτάχυνση του παγκόσμιου ρυθμού. Έχουμε λίγο χρόνο. Γι' αυτό το λόγο αναζητούμε τη λακωνικότητα και την ακρίβεια. Εναντιωνόμαστε στην παρακμιακή τέχνη, που έχει την τάση να μπερδεύει και να εμμένει στη λεπτομέρεια˙ αντιθέτως, προτείνουμε τη συνοπτικότητα. Την καθαρότητα και το βάθος. Και πάντοτε, σε όλα, αναζητούμε τη μεγάλη διάσταση.»

Στο δοκίμιο «Το πλανόδιο θέατρο» ["Balagan"] (1912) ο Βσέβολοντ Μέγιερχολντ [Vsevolod Meyerhold] επικαλείται το μανιφέστο του Ernst von Wolzogen [Έρνστ φον Βολτσόγκεν]. Ο Wolzogen ίδρυσε το 1901 στο Βερολίνο το λογοτεχνικό καμπαρέ Überbrettl, και ο Μέγιερχολντ αξιοποιεί το μανιφέστο του για να υπερασπιστεί το βαριετέ απέναντι στο «μεγάλο» θέατρο της εποχής. Στη συμπύκνωση, τη σαφήνεια και την ταχύτητα του βαριετέ ο Μέγιερχολντ αναγνωρίζει τις αρχές του πλανόδιου θεάτρου, που επιδίωκε να επαναφέρει στη σύγχρονη σκηνή.

Μέγερχολντ, Β. (2021). Για το θέατρο (Μ. Σικιτάνο, Μετ.). Αθήνα: Τόπος, σ. 192.

Quote Icon

Ἀξιότιμοι Κύριοι τῆς Ἀκαδημίας!

Μοῦ κάνετε τὴν τιμὴ νὰ μοῦ ζητήσετε τὴν ὑποβολὴ μιᾶς ἀναφορᾶς στὴν Ἀκαδημία, γιὰ τὴν προηγούμενη ζωή μου ὡς πιθήκου. […] Ὡστόσο δὲ θὰ μποροῦσα ἐγὼ ὁ ἴδιος ὅ,τι ἀσήμαντο ἀκολουθεῖ ἐδῶ νὰ τὸ πῶ μὲ ἀκρίβεια, ἂν δὲν ἤμουν πλήρως βέβαιος γιὰ τὸν ἑαυτό μου κι ἂν ἡ θέση μου δὲν εἶχε στερεωθεῖ μέσα σὲ ὅλες τὶς μεγάλες σκηνὲς Varieté τοῦ πολιτισμένου κόσμου, μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἶναι πλέον ἀδιατάρακτη. […] Συχνὰ στὰ Varietés εἶδα πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνισή μου κάποιο ζευγάρι καλλιτεχνῶν πάνω πρὸς τὴν ὀροφή, νὰ ἀσχολῆται μὲ ἰσορροπιστικὰ μονόζυγα. Κραδαίνονταν, ἔμεναν μετέωροι, πηδοῦσαν στὸν ἀέρα ὁ ἕνας στὰ χέρια τοῦ ἀλλουνοῦ, ὁ ἕνας ἔφερνε τὸν ἄλλο στὸ κεφάλι του μὲ τὸ χαλινό. «Ἀχ, αὐτὸ εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου», σκεφτόμουνα, «αὐτεξούσια κίνηση». […] Ὅταν μὲ παράδωσαν στὸ Ἀμβοῦργο στὸν πρῶτο ἐκπαιδευτή μου, ἀμέσως συνέλαβα τὶς δύο δυνατότητες ποὺ ἀνοίγονταν μπροστά μου: ζωολογικὸς κῆπος ἢ Varieté. Δὲν ἔχασα καιρό. Εἶπα: βάλε τὰ δυνατά σου νὰ πᾶς σὲ Varieté: αὐτὸ εἶναι ἡ διέξοδος, ὁ ζωολογικὸς κῆπος εἶναι μονάχα ἕνα καινούριο καγκελόφραχτο κλουβί: ἂν πᾶς ἐκεῖ, εἶσαι χαμένος. […]

Στο διήγημα "Ein Bericht für eine Akademie" ["Αναφορά σε μια Ακαδημία"] (1917) του Franz Kafka [Φραντς Κάφκα], ο πίθηκος Rotpeter [Ρότπετερ] αφηγείται ότι, για να ξεφύγει από το κλουβί, επέλεξε το βαριετέ αντί για τον ζωολογικό κήπο και καθιερώθηκε στις μεγάλες σκηνές του. Το απόσπασμα αποτυπώνει τη θέση του βαριετέ στην ευρωπαϊκή ψυχαγωγία των αρχών του 20ού αιώνα: ήταν χώρος όπου επιδεικνύονταν η δεξιοτεχνία, όπως στα εναέρια ακροβατικά νούμερα, και το εξωτικό, όπως στα νούμερα με ζώα. Η «εξανθρώπιση» του ήρωα συντελείται μέσα από τη σκηνική επίδειξη, και έτσι το βαριετέ γίνεται μεταφορά της μίμησης και της αναγκαστικής προσαρμογής.

Κάφκα, Φ. (1968). Ἀναφορὰ γιὰ μιὰν Ἀκαδημία (Κ. Μιχαήλ, Μτφρ.). Νέα Πορεία, (160-162), 121-128. www.greek-language.gr...

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Αποσπάσματα από το Wintergartenprogramm [Το πρόγραμμα του Wintergarten] των αδελφών Max και Emil…

Το «La Diva de l'Empire» ["Η ντίβα του Έμπαϊρ"] (1904) του Erik Satie [Ερίκ Σατί],…

Ο Wilson [Ουίλσον] και ο Keppel [Κέππελ], του τρίου Wilson, Keppel and Betty, εκτελούν τον…

Απόσπασμα από την ταινία Luci del varietà [Τα φώτα του βαριετέ] (1950), σκηνοθετικό…

Επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ Τα στέκια του Νίκου Τριανταφυλλίδη (ΕΡΤ2, 2017), αφιερωμένο στο ελληνικό βαριετέ

Απόσπασμα από την ταινία Χειροκροτήματα (1944) του Γιώργου Τζαβέλλα. Ο Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου) υποδύεται έναν…

Η Δανάη Στρατηγοπούλου, τραγουδίστρια και κονφερανσιέ της «Μάντρας», ερμηνεύει το «Ζητάτε να σας πω» σε…

Το «My Time Is Your Time» ["Ο χρόνος μου είναι ο χρόνος σου"], ηχογραφημένο το…

Οι Beatles [Μπητλς] ερμηνεύουν το «I Want to Hold Your Hand» ["Θέλω να κρατήσω το…

Αναδρομή στη Royal Variety Performance [Βασιλική παράσταση ποικιλιών], που διοργανώνεται από το 1912 υπέρ του…

Προωθητικό βίντεο του Tigerpalast της Φρανκφούρτης, που ίδρυσαν ο Johnny Klinke [Τζώνυ Κλίνκε] και η…

Η ταράτσα του Φοίβου του Φοίβου Δεληβοριά ξεκίνησε το 2017 σε μια ταράτσα στο Γκάζι…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Αφίσα του Jules Chéret [Ζυλ Σερέ] (1893) για τις εμφανίσεις της Loïe Fuller [Λόι Φούλλερ]…

Πρόγραμμα του Empire Theatre of Varieties του Λονδίνου (7 Ιουνίου 1897), που φυλάσσεται στο Αρχείο…

Διαφημιστική καταχώριση του θεάτρου «Μακέδο» στην εφημερίδα Ἡ Βραδυνή (2 Ιουνίου 1938). Ο θεατρικός επιχειρηματίας…

Το στιχούργημα «Τί ἐστι Μάντρα;» του Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου), στη στήλη «Πίσω ἀπὸ τὴ Μάντρα»…

Η εφημερίδα Μακεδονία αναγγέλλει με τον τίτλο «Βαριετὲ τὴν Τρίτην εἰς τὸ "Μετροπόλ"» την πρώτη…

βασική

Berghaus, G. (2009). Variety, music-hall and futurist theatre aesthetics. In G. E. Viola (Ed.), Una bellezza nuova: Studi e ricerche nel centenario del manifesto di fondazione del futurismo di Filippo Tommaso Marinetti. Atti del Convegno internazionale di studi presso la Biblioteca Angelica di Roma, 15-17 gennaio 2009 (pp. 111-143). Roma: Biblioteca d'Orfeo.

Double, O. (2012). Britain had talent: A history of variety theatre. Basingstoke & New York: Palgrave Macmillan.

Eisenstein, S. (1974). Montage of attractions: For "Enough stupidity in every wiseman" (D. Gerould, Μετ.). The Drama Review: TDR, 18(1), 77-85. doi.org...

Gerrard, S. (2013). The great British music hall: Its importance to British culture and "the trivial". Culture Unbound: Journal of Current Cultural Research, 5(4), 487-514. doi.org...

Jelavich, P. (1993). Berlin cabaret. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Rodger, G. M. (2010). Champagne Charlie and Pretty Jemima: Variety theater in the nineteenth century. Urbana, IL: University of Illinois Press.

Stuart, C. D., & Park, A. J. (1895). The variety stage: A history of the music halls from the earliest period to the present time. London: T. Fisher Unwin.

Wilmut, R. (1985). Kindly leave the stage! The story of variety 1919-1960. London: Methuen.

Καγγελάρη, Δ. (2007). Η Μάντρα του Αττίκ. Το «περιεργότερον αθηναϊκόν θέαμα». Στο Ν. Παπανδρέου & Έ. Βαφειάδη (Επιμ.), Ζητήματα ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου. Μελέτες αφιερωμένες στον Δημήτρη Σπάθη (σσ. 293-315). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Κύτταρης, Ν. (2012). Το βαριετέ στο ελληνικό θέατρο. Η σκηνή των θαυμάτων. Αθήνα: Δρόμων.

Μαρινέττι, Φ. Τ. (1987). Μανιφέστα του φουτουρισμού (Β. Μωυσίδης, Μετ.· Ά. Παλατσέσκι, Πρόλ.). Αθήνα: Αιγόκερως.

Μέγερχολντ, Β. (2021). Για το θέατρο (Μ. Σικιτάνο, Μετ.). Αθήνα: Τόπος.

Σειραγάκης, Μ. (2009). Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα (τ. Α΄-Β΄). Αθήνα: Καστανιώτης.

Σιδέρης, Γ. (1952). Τὸ βαριετὲ στὴν Ἑλλάδα. Φιλολογικὴ Πρωτοχρονιά, 9, 258-263.

Στρατηγοπούλου, Δ. (1986). Αττίκ. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας».

Χατζηπανταζής, Θ., & Μαράκα, Λ. (Επιμ.). (2003). Η αθηναϊκή επιθεώρηση (τ. 1-3). Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας». (Πρώτη έκδοση 1977)

συμπληρωματική

Rodger, G. (2013). Variety. In Grove Music Online. doi.org...

Taylor, D. (2021). From mummers to madness: A social history of popular music in England, c. 1770s to c. 1970s. Huddersfield: University of Huddersfield Press.

Γεωργοπούλου, Β. (2023). Μεσοπόλεμος: Εκλεκτικές μεταβάσεις. Στο Α. Ταμπάκη, Β. Γεωργοπούλου, Α. Αλτουβά & Κ. Διακουμοπούλου (Επιμ.), Ιστορία και δραματολογία του νεοελληνικού θεάτρου. 16ος-20ός αιώνας (σσ. 353-377). Αθήνα: Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. βαριετέ [θέαμα ποικιλιών]. Ανακτήθηκε από https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/βαριετέ [θέαμα ποικιλιών]

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «βαριετέ [θέαμα ποικιλιών]». Ανακτήθηκε 24 October 2026. https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/βαριετέ [θέαμα ποικιλιών].

MLA

«βαριετέ [θέαμα ποικιλιών]». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 24 October 2026, https://thymele-project.uop.gr/laravel/website/lemmas/βαριετέ [θέαμα ποικιλιών].

1344